ΕΛΣΤΑΤ: Ένας στους τέσσερις χρειάστηκε εξέταση ή θεραπεία αλλά δεν μπόρεσε να την κάνει

Το μεγάλο κενό του δημοσίου στην υγεία αντικατοπτρίζει έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ για το 2017, σύμφωνα με την οποία αρκετοί πολίτες δεν έχουν πρόσβαση σε αναγκαίες υπηρεσίες και δομές.
Ενδεικτικό της κατάστασης είναι ότι κατά τους τελευταίους 12 μήνες πριν τη διενέργεια της έρευνας, περίπου 1 στους 2 (44,7%) ενήλικες, ηλικίας 16 ετών και άνω χρειάστηκε ιατρική εξέταση ή θεραπεία, αλλά ότι ποσοστό 24,5% όσων χρειάστηκαν ιατρική εξέταση ή θεραπεία δεν την έλαβε.
Το πρόβλημα έχει έντονα ταξικά χαρακτηριστικά, καθώς το 19,3% των ανθρώπων που ανήκουν στα φτωχά στρώματα της κοινωνίας δεν ικανοποίησαν πέρσι κάποια ανάγκη για εξέταση ή θεραπεία. Το ποσοστό είναι πολύ πιο χαμηλό στα μη φτωχά στρώματα της κοινωνίας, βρισκόμενο στο 8,9%.
Περισσότεροι από επτά στους δέκα (74,6%) δηλώνουν πως δεν ικανοποίησαν την ανάγκη υγείας επειδή δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα, ενώ το 13,6% αποδίδει το πρόβλημα στις λίστες αναμονής.
Το παρήγορο είναι πως η υγεία των Ελλήνων παραμένει αρκετά καλή, σημειώνοντας ωστόσο κάποια μικρή επιδείνωση σε σχέση με το 2009.
Από τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για την υγεία των ενηλίκων και των παιδιών στην Ελλάδα προκύπτουν, μεταξύ άλλων, τα εξής:
Το 74,2% του πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω δηλώνει ότι έχει πολύ καλή ή καλή υγεία, το 15,5% μέτρια υγεία και το 10,3% κακή ή πολύ κακή υγεία.
Σε σχέση με τα αποτελέσματα της έρευνας έτους 2009, καταγράφεται μικρή μείωση στο ποσοστό του πληθυσμού που δηλώνει πολύ καλή ή καλή υγεία, κατά 1,2 ποσοστιαίες μονάδες και αύξηση στο ποσοστό του πληθυσμού που δηλώνει μέτρια υγεία και κακή ή πολύ κακή υγεία, κατά 0,6 ποσοστιαίες μονάδες.
Το 23,7% των ατόμων ηλικίας 16 ετών και άνω δηλώνουν ότι έχουν κάποιο χρόνιο πρόβλημα υγείας ή χρόνια πάθηση.
Παρόμοια η κατάσταση με τη στοματική υγεία, καθώς στην έρευνα καταγράφεται ότι παρόλο που κατά τους τελευταίους 12 μήνες πριν τη διενέργεια της έρευνας, 3 στους 10 (29,9%) χρειάστηκαν οδοντιατρική / στοματολογική / ορθοδοντική εξέταση ή θεραπεία, το 37,2% αυτών δεν την έλαβαν.

