Ρομπόλης: Γιατί η πρόταση Μητσοτάκη ισοδυναμεί με το τέλος της κοινωνικής ασφάλισης
- Γράφτηκε από τον/την NEWSROOM INSURANCE2DAY.gr

Τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι αν εφαρμοζόταν η πρόταση που παρουσίασε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, κατά την ετήσια γενική συνέλευση της ΕΕΑΕ, σχετικά με το ασφαλιστικό, θα αποτελούσε το τέλος της κοινωνικής ασφάλισης, με την πραγματική της έννοια, αναπτύσσει σε άρθρο του στην Εφημερίδα των Συντακτών ο Ομότιμος Καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου και Επιστημονικός Διευθυντής του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ, Σάββας Ρομπόλης.
Αναφέροντας αναλυτικά τις περικοπές σε συντάξεις τα οκτώ χρόνια του μνημονίου, τις μειώσεις στην κρατική δαπάνη, αλλά και της συνταξιοδοτικής δαπάνης, ο καθηγητής σημειώνει ότι σήμερα στην Ελλάδα δεσπόζει η κυριαρχία του συστήματος καθορισμένων εισφορών, με:
α) τη διάκριση της κύριας σύνταξης σε εθνική και σε ανταποδοτική (διανεμητικό καθορισμένων παροχών),
β) τη δημόσια επικουρική σύνταξη (καθορισμένων εισφορών νοητής κεφαλαιοποίησης) και
γ) το εφάπαξ (καθορισμένων εισφορών νοητής κεφαλαιοποίησης). Παράλληλα, σε προαιρετικούς όρους ιδιωτικής μη κερδοσκοπικής ασφάλισης (συλλογική αντιμετώπιση του κινδύνου) λειτουργούν τα Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης (ΤΕΑ) (Ευρωπαϊκή Οδηγία 41/2003 και Ν.3029/2002).
Αναλύοντας, λοιπόν, την πρόταση Μητσοτάκη για το ασφαλιστικό, «στις σημερινές αυτές δυσμενείς συνθήκες του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης», ο καθηγητής σχολιάζει πως «ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης ανέπτυξε την πρόταση του κόμματός του για ένα σύγχρονο ασφαλιστικό (όχι κοινωνικο-ασφαλιστικό) σύστημα των τριών πυλώνων».
Όπως εξηγεί: Στην πρόταση του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης ο πρώτος πυλώνας θα είναι κρατικός, υποχρεωτικός και θα λειτουργεί με βάση το διανεμητικό σύστημα.
Ο δεύτερος πυλώνας θα είναι επίσης υποχρεωτικός, αλλά με βάση το κεφαλαιοποιητικό σύστημα καθορισμένων εισφορών, και ο ασφαλισμένος θα καλείται να επιλέξει είτε τον κρατικό ασφαλιστικό φορέα είτε τον ιδιωτικό ασφαλιστικό φορέα.
Ο τρίτος πυλώνας θα είναι ιδιωτικός, προαιρετικός και θα λειτουργεί με βάση το κεφαλαιοποιητικό σύστημα, σημειώνοντας με νόημα προς τις ασφαλιστικές εταιρείες ότι η ελληνική αγορά είναι υποασφαλισμένη και το ασφαλιστικό σύστημα είναι υπερεισφοροδοτούμενο και γι’ αυτό στο πρόγραμμα του κόμματός του θα υπάρξει συνολικά μείωση των ασφαλιστικών εισφορών.
«Με άλλα λόγια, στην ακραία αυτή νεοφιλελεύθερη πρόταση διακρίνει κανείς έναν ιδιαίτερο προσανατολισμό προς την ατομικότητα, την εξατομίκευση και την ιδιωτικοποίηση της επικουρικής και της εφάπαξ παροχής.
Η παρατήρηση αυτή σημαίνει ότι η διανεμητικότητα (εθνική σύνταξη) περιορίζεται στο 25% και η ιδιωτικοποίηση της επικουρικής ασφάλισης (μη προσδιορισμένες παροχές) διευρύνεται στο 75%, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, όπου τα κεφαλαιοποιητικά στοιχεία των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης είναι 30% και τα διανεμητικά-κοινωνικά στοιχεία είναι 70%.
Αξίζει να σημειωθεί, επιπλέον, ότι η μετάβαση και η υλοποίηση της συγκεκριμένης πρότασης στη χώρα μας θα οδηγήσει τον Κρατικό Προϋπολογισμό σε αδιέξοδο δημοσιονομικής βιωσιμότητας, με την επιβάρυνση των φορολογουμένων και ιδιαίτερα των νέων γενεών με 100-120 δισ. ευρώ.
Επίσης, λαμβάνοντας υπόψη τις δημογραφικές προβολές, τη γήρανση του πληθυσμού και τις ευέλικτες μορφές απασχόλησης, διαπιστώνεται ότι η υλοποίηση της συγκεκριμένης πρότασης θα οδηγήσει σε μέση μηνιαία κύρια και επικουρική σύνταξη, οι οποίες δεν θα υπερβαίνουν συνολικά τα 500 ευρώ (μικτά).
Με άλλα λόγια, αποδεικνύεται με τον πιο σαφή και εύληπτο τρόπο ότι η εφαρμογή της συγκεκριμένης πρότασης θα επιφέρει, μεταξύ άλλων, την ουσιαστική κατάργηση της κοινωνικής ασφάλισης και της αναδιανεμητικής της λειτουργίας, με την έννοια ότι αποτελεί το κύκνειο άσμα της, δεδομένου ότι η παροχή της δημόσιας ασφάλισης και σύνταξης στην Ελλάδα θα καλύπτει το επίπεδο διαβίωσης των συνταξιούχων στα όρια της φτώχειας».
Αντίθετα, αυτό που προτείνει ο κ. Ρομπόλης για την ανασύσταση του συστήματος είναι η κυριαρχία των διανεμητικών στοιχείων, ένα σύστημα καθορισμένων παροχών, η δημόσια λειτουργία και διαχείριση της κύριας, επικουρικής και της εφάπαξ παροχής και η αναζήτηση νέων πόρων χρηματοδότησης, προκειμένου να διατηρηθεί η μακροχρόνια βιωσιμότητα και κοινωνική αποτελεσματικότητα της κοινωνικής ασφάλισης.

